Γεώργιος Καμμας 1916 - 1920

kammasΟ Γ. Καμμάς γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1875 στο Μεγάλο Χωριό της Τήλου. Ήταν το έβδομο παιδί των γονιών του. Ένδεκα χρόνων μένει ορφανός από πατέρα. Ένας θείος της μητέρας του, ο Μακάριος Παπαγεωργίου ή Παπάζογλου, αρχιμανδρίτης και πατριαρχικός εφημέριος τού Οικουμενικού Θρόνου, τον κάλεσε κοντά του το 1889 στην Πόλη για να τον μορφώσει. Τα πρώτα μαθήματα διδάχθηκε στην Καλλικράτεια, όπου υπηρετούσε ο θείος του.

Το 1891 μπαίνει στη Μεγάλη τον Γένους Σχολή. Το 1893, κατά τη διάρκεια των θερινών του διακοπών, επιστρέφει στην Τήλο και συγκεντρώνει το πρώτο του λαογραφικό υλικό: λέξεις, φράσεις, δημοτικά τραγούδια, δίστιχα, παροιμίες, παραμύθια κ.τ.λ. Το ποικίλο αυτό υλικό επεξεργασμένο το υποβάλλει στον «εν Κωνσταντινουπόλει Φιλολογικόν Σύλλογον».

Βραβεύεται με βραβείο 5 λιρών. Συμμετέχει στο Ζωγράφειο Διαγώνισμα τον ίδιου Συλλόγου με δεύτερη συλλογή λαογραφικού υλικού και αποσπά έπαινο. Στη «Δωδεκανησιακή Βιβλιογραφία» τον Ν. Μανρή (1965) (τόμ. Α., σελ. 69, 229), υπάρχει μια παραπομπή στο κεφάλαιο «Γενικά και Σύμμεικτα Τήλου», πού αναφέρει: «υπάρχει χειρόγραφον (Π.Π. 221) κατατε0ειμένον εις τό Αρχείον Ιστορικού Λεξικού 'Ελληνικής γλώσσης με τίτλο: «Συλλογή λέξεων, ασμάτων και διστίχων, αινιγμάτων, παροιμιών, περιγραφών, παιδιών και λογοπαιγνίων εν τη γλώσση τον λαού της Τήλου υπό Γ. Καμμά (Γ. 'Αντωνιάδου)». Τό 1895 έρχεται στην Αθήνα και συνεχίζει τις σπουδές του στο Βαρβάκειο. Τότε εκδίδει το Ημερολόγιο «Αιγαίον» με τον Ανδρέα Πολεμίδη, όπου δημοσιεύει ένα ποίημα για την Τήλο.
Το 1896 εγyράφεται στην 'Ιατρική Σχολή τον Πανεπιστημίου Αθηνών. Όταν τό 1898 πεθαίνει ο θείος του, αρραβωνιάζεται την αδελφή τον φίλου και συμμαθητή τον Δημήτρη Μπαλαλά Κατερίνα, για να μη σταματήσει τις σπονδές του. Μ' έξοδα πλέον τον Μπαλαλά συνεχίζει τις σπονδές του. Το 1899 παντρεύεται και στις 28 Νοεμβρίου του 1900 αποκτά το δίπλωμα τον γιατρού. Το 1901 yυρίζει για λίγο στην Πόλη. Το 1902 πηγαίνει στην 'Αλεξάνδρεια και διορίζεται γιατρός σε ναυτιλιακή εταιρία. Το 1909 έεγκαταστάθηκε στο Λούξορ της Άνω Αιγύπτου, το κλίμα όμως της περιοχής εκείνης δεν του επιτρέπει να μείνει για πολύ. 'Αρρωσταίνει και επιστρέφει στην Πόλη το 1910. Τον άλλο χρόνο, το 1911, αναχώρησε για τη Νίσυρο και αμέσως για την Τήλο, όπου εργάζεται ως κοινοτικός γιατρός. 'Απέκτησε δύο παιδιά, τον 'Αντώνη και την Άννα. Σε γράμμα της Δημαρχίας Νισύρου της 13J12/1912 προς τον Κ. Μεζά αναφέρεται πώς «με τον Γ. Καμμά Κοινοτικό ιατρό μας ερχόμενον να υπηρετήσει την πατρίδα αποστέλλουμεν 1606 φράγκα κτλ.» . Από το γράμμα αυτό πληροφορούμαστε ότι εγκαταλείπει τη θέση τον κοινοτικού γιατρού, αμέσως με την κήρυξη των Βαλκανικών πολέμων, πηγαίνει στην 'Αθήνα και κατατάσσεται στο στρατό ως έφεδρος ανθυπίατρος, γιατί, όπως γνωρίζουμε, στον πόλεμο του 1897 κατατάχθηκε εθελοντής, ενώ ήταν ακόμα φοιτητής. Παίρνει μέρος σε πολλές μάχες, όπως και στη μάχη της αλώσεως των Ιωαννίνων, πού την περιγράφει στις «'Αναμνήσεις από την εκστρατεία τον 1912-1913». Στον 'Εθνικό Κήρυκα (13-4-1930) δημοσιεύονται από τiς αναμνήσεις του αυτές «Τά ιατροσόφια του Κύρ-θωμά». Στο «Μικρασιατικόν `Ημερολόγιον» της `Ελένης Σβορώνου δημοσιεύει διάφορες εργασίες, όπως στο τεύχος τον 1911 (σελ. 85-91) «Το Βουνάρι του νησιού μου (παιδικές αναμνήσεις)». Στο τεύχος τον 1912-1914 τον «Ουστά Βασίλη». Στο «Λεύκωμα Δωδεκανήσων» τον Γερασ. Δρακίδου (1913) τό «Η νήσος Τήλος», μια σύντομη πληροφόρηση από Ιστορικής και κοινωνικής πλευράς τον νησιού του. Έγραψε ακόμα διάφορα τραγούδια, πάντοτε με θέμα την Τήλο. Βρίσκεται στην Πρεμετή με την υπογραφή της ειρήνης. Μετά την αποστράτευσή του επιστρέφει στη Νίσυρο, όπου οι κάτοικοί της τον υποδέχονται σαν ήρωα. 'Εξασκεί το Ιατρικό επάγγελμα ως Ιδιωτικός, διατηρεί δικό του φαρμακείο. 'Αργότερα διορίζεται από τις 'Ιταλικές αρχές υγειονομικός γιατρός της νήσου και της φρουράς. Αρχικά οι Νισύριοι τον περιβάλλουν με αγάπη και εκτίμηση και, τον τίμησαν εκλέγοντάς τον Δημοτικό σύμβουλο στις εκλογές του 1914. Πιστεύω πώς κάποτε θα τον αναδείκνυαν με την ψήφο τους και δημογέροντα, γιατί άρχισαν να αναγνωρίζουν στο πρόσωπο τού Καμμά έναν ανακαινιστή των δημοτικών τους πραγμάτων. Τον 'Ιούλιο τού 1916 οι 'Ιταλοί επιβάλλουν δήμαρχο τον Καμμά. Αυτό ενόχλησε πολύ τούς Νισύριους, γιατί το θεώρησαν σαν απόπειρα των 'Αρχών Κατοχής τροποποίησης τον διοικητικού τούς συστήματος. Και από τότε δημιουργείται ένα κλίμα καχυποψίας των δημοτών προς το Δήμαρχο. Η περίοδος της Δημαρχίας Καμμά αρχίζει τις 6 'Ιουλίου 1916. Συγχρόνως πνέει νέος άνεμος στη διαχείριση των κοινών. Αυτό διαφαίνεται στο πρακτικό της συνεδριάσεως τού πρώτον Δημοτικού Συμβουλίου και πού περιλαμβάνεται (έγγραφο 3ο) στα έγγραφα πού ακολουθούν το κείμενο. Στο κείμενό του περιέχεται αυτούσια ή προκήρυξη προς το λαό τού Μανδρακίου, όπου εκθέτει το πρόγραμμά της ή νέα Δημοτική 'Αρχή. Σε γενικές γραμμές έχει ως εξής:

  • Επικαλείται τη βοήθεια των δημοτών και βεβαιώνει ότι θα εργαστεί σύμφωνα με τον υφιστάμενο Κοινοτικό Κανονισμό, πού όμως θα τον συμπληρώσει «με τας εκ της πείρας αποδειχθείσας ανάγκας».
  • Θα συστηματοποιήσει τη λειτουργία τον Δημαρχιακού γραφείου, που στις ελλείψεις του «οφείλοντο κατά μέyιστον μέρος, αν μη καθ' ολοκληρίαν, αι ανωμαλίαι ες τας καθόλου δημαρχιακάς πράξεις διά του διορισμού Γενικού Γραμματέως».
  • Στην τροποποίηση των οικονομικών τού Δήμου, με τη σύνταξη ετήσιου Κοινοτικού Προϋπολογισμού, στην έλλειψη του οποίου αποδίδει τη «χαώδη οικονομικήν αυτού κατάστασιν».
  • Στην υποστήριξη και προαγωγή της γεωργίας, που τη χαρακτηρίζει ως έναν από τούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους τον νησιού.
  • Θα φροντίσει για τα Λουτρά και την ολοκλήρωση του «ημιτελούς λιμένος».
  • Στην κοινωνική μόρφωση, «δια της επιβλέψεως και αναπτύξεως των σχολών του Δήμου».
  • Στην «εξ ίσου και αμερολήπτως υποστήριξιν των συμφερόντων και δικαιωμάτων παντός πολίτου, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσεως και αισθημάτων συμπαθείας».
  • Και τελείωνε: «Ταύτα πάντα ίνα ειπιτευχθώσιν απαιτείται προπάντων ή συνδρομή παντός αγαθού πολίτου και αyαθώς αyαπώντος τον Δήμον του και την αρωyήν ταύτην τήν εννοούμεν ποικιλοτρόπως δια του σεβασμού προς τούς υφιστάμενους Κοινοτικούς κανονισμούς και διά της μη παρεμβολής δυσχερειών εν τω έρyω της Δημαρχίας διά παράλογων αξιώσεων και χατηριών, όπως δυστυχώς άπαντες επι μακροχρονίου κακοδιοικήσεως είμεθα συνηθισμένοι».

Από το φιλόδοξο αυτό πρόγραμμα, τα ουσιώδη για μάς είναι: Η δημιουργία Δημαρχιακού γραφείου στελεχωμένου με τε κατάλληλο προσωπικό, ικανό για την καλή και σωστή εφαρμογή των αποφάσεων τον Δημοτικού Συμβουλίου και την εξυπηρέτηση των δημοτών και η υπόσχεση για τακτοποίηση των οικονομικών τον δήμου, πού θα βοηθούσε ή σύνταξη και ή τήρηση ετήσιου κοινοτικού προϋπολογισμού. Αυτά τα δύο σημεία τον προγράμματος για μας ήταν βασικά για την επιτυχία και των άλλων επιδιώξεών του. Και τις δύο αυτές υποσχέσεις τις εκπλήρωσε κατά τον πιο επιτυχή τρόπο. Ίσως να οφείλεται κατά μεγάλο μέρος ή επιτυχία των έργων στην καλή οργάνωση των υπηρεσιών της Δημαρχίας και στην επιτυχή εκλογή τον προσωπικού και συνεργατών.
Με γράμμα του προς το Σύλλογο Νισυρίων «0 Γνωμαγόρας» Ν.Υ., υπ' αριθ. 502/23-8-1916, ζητεί από το σύλλογο να λάβει μέρος στα δάνειο πού σκοπεύει να συνάψει ή Δημαρχία για την αντιμετώπιση των αναγκών της, ποσού ύψους 2-3.000 φράγκων. Στο ίδιο γράμμα αναφέρει ότι «αιτία της οικονομικής καχεξίας ήτο ή παντελής χρεωκοπία τον δήμου». Γνωρίζει αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος με τη μετατροπή των φόρων εις έμμεσους. 'Εκθέτει πιο συγκεκριμένα το πρόγραμμά του:

  • Θα αποβλέψει στην ανέγερση ευπρόσωπου δημαρχιακού μεγάρου με τη συστέγαση του κοινοτικού φαρμακείου.
  • Στη συμπλήρωση της 'Αστικής σχολής.
  • Τη μεταφορά τού νεκροταφείου εκτός τον χωριού.
  • Στην ανέγερση παρθεναγωγείου.

Και, όπως γράφει, για την πραγματοποίηση αυτών των σκοπών αποβλέπει στη σύναψη τον δανείου. Και επειδή έχει αμφιβολίες αν θα το επιτύχει να το καλύψει, ζητάει τη βοήθεια τον Σωματείου. Δε γνωρίζουμε αν ποτέ συνήψε το δάνειο. Μάλλον δε θα το πέτυχε, γιατί τα επιδιωκόμενα με τε πρόγραμμά του έργα έμειναν απραγματοποίητα από την έλλειψη χρημάτων στο Κοινοτικό ταμείο. Η μετατροπή των φόρων σε έμμεσους (με την ονομασία τους «φιλανθρωπικό δικαίωμα») επιβάρυνε τα εισαγόμενα και εξαγόμενα εμπορεύματα, συνέτεινε στη βελτίωση των οικονομικών τον Δήμου, προκάλεσε όμως τη δυσφορία των εμπόρων, πού από την πλευρά τους προέρχονταν οι υποκινούντες την κατακραυγή εναντίον τον. Δύσκολα χρόνια ακολούθησαν. Η εμπόλεμη κατάσταση και ο υποβρυχιακός αποκλεισμός δημιούργησε σοβαρά επισιτιστικό πρόβλημα. Συνάμα αντιμετωπίζει την επιμονή των Ιταλών να επιβάλουν το Δασονομικό φόρο της δεκάτης «ρουμνιέ». Με την υπ' αριθ. 581 /169 τής 18/1 / 1917 αναφορά του προς το Γενικό Διοικητή Δωδεκανήσου Ι. Κρότσι αναφέρεται στα επί Τουρκοκρατίας Ισχύσαντα και ισχύοντα σήμερα Προνόμια και διαμαρτύρεται και αποκρούει την επιβολή δασονομικού φόρου στα νησιά.
Δυστυχώς το έγγραφο αυτό δεν αποτυπώθηκε καλά στο βιβλίο αντιγραφής της Δημαρχίας κι έτσι δεν μπορέσαμε να το έχουμε αυτούσιο. Δεν αρκέσθηκε στην αναφορά, παρουσιάστηκε ο ίδιος στο Γενικό Διοικητή, ενεργώντας πάντοτε και με τη συμπαράσταση και των άλλων Δήμων τον νησιού, πού όχι μόνο τούς κρατούσε ενήμερους για τα προβλήματα γενικού ενδιαφέροντος αλλά και τούς καθοδηγούσε στην αντιμετώπιση των επισιτιστικών αναγκών τους. Σε αναφορά του υπ' αριθ. 601 /201 τής 12 /25 Μαρτίου 1917 προς το Γενικό Διοικητή των Νήσων αναφέρει πώς "λόγω των δυσχερειών αδυνατεί ό Δήμος να πληρώσει τον κτηματικόν φόρον (Μακτού)".
Για τη σωστή αντιμετώπιση του επισιτιστικού προβλήματος των νησιών η 'Ιταλική Διοίκηση διατάσσει να πραγματοποιηθεί απογραφή τού πληθυσμού. Σ άλλα νησιά το μέτρο αυτό συνάντησε αντίδραση, προσπάθησαν να δώσουν ελλιπή στοιχεία, όπως ή Κάλυμνος. Αυτό όμως της στοίχισε πολύ, γιατί ο εφοδιασμός σε τρόφιμα γινόταν με βάση τον αριθμό των κατοίκων πού έδωσε ή απογραφή. Έτσι οι κάτοικοι της Καλύμνου υπέφεραν από ανεπαρκή χορήγηση εφοδίων. Ο Καμμάς κάνει την απογραφή και με το υπ’ αριθ. 432 /286 έγγραφο της 13/26 Μαΐου 1917 προς τις 'Ιταλικές 'Αρχές γνωρίζει το ακόλουθο αποτέλεσμα της απογραφής του Δήμου Μανδρακίου:
«Σύνολον ατόμων 2.298, εξ ων άρρενες 1148, θήλεις 1150. Οικογένειαι 601, εξ ων ξέναι 20. Ξένοι μη δημόται 115. Κάτω των Ι0 ετών 420, άνω των 10 ετών 1400. Απόντες δημόται 478. Χώρες διαμονής των απόντων δημοτών: Αμερική 275, Αίyυπτος 28, Ελλάς 29, Κωνσταντινούπολις 45, 'Αγγλία 8, Ρουμανία 4, Μασσαλία 17, Ρωσία 32, Κώς 18, Σμύρνη 1, Μαδαγασκάρη 4, Αυστρία 2, Ρόδος 10, Κάλυμνος 4, Κάρπαθος 1».
Λέγεται ότι ο αριθμός των κατοίκων δόθηκε από τον Καμμά σκόπιμα αυξημένος, για να έχει δικαίωμα παραλαβής περισσότερων ποσοτήτων εφοδίων. 'Ενεργώντας με βάση τον Κοινοτικό Κανονισμό, με έγγραφό του αρ. 621 /220 της 18/4/1917 προς τον Ηγούμενο Σπηλιανής ζητά να τον σταλεί «ακριβής κατάλογος της κτηματικής περιουσίας της Μονής, των εισοδημάτων αυτής, των ενοικιαστών των κτημάτων, το ποσόν των πληρωνομένων ενοικίων και τας τυχόν καθυστερήσεις αυτών». Αυτό βέβαια ενόχλησε τούς ενδιαφερομένους, όμως ο διαχειριζόμενος τότε τα πράγματα τον Δήμου δεν ήταν πρόσωπο πού μπορούσε να παραβλέψει τα δικαιώματα του Δήμου μας, μάλιστα δε σε περίοδο ισχνών αγελάδων. Σε όλη τη διάρκεια της Δημαρχίας Καμμά καταχωρούνταν κάθε μήνα στα λογιστικά βιβλία τον Δήμου οι εισπράξεις και οι πληρωμές των εκκλησιών, το δε υπόλοιπο αυτών κατατίθετο στο ταμείο της κοινότητας.
Σε γράμμα τον υπ' αριθ. 638/242 της 24/5/1917 προς τό «Γνωμαγόρα» 'Αμερικής γράφει: «Παρά τας δυσχερείας επετεύχθη εξισορρόπησις των οικονομικών τον Δήμου και επληρώθησαν 400 φράγκα εις εξόφλησιν κοινοτικών χρεών». Η καλή και νοικοκυρεμένη διαχείρισή του αρχίζει να αποδίδει. Οι ανάγκες όμως πληθαίνουν. Τη σκέψη του απασχολούν τα μέτρα πού πρέπει να πάρει για να αντιμετωπίσει με τον πιο επιτυχημένο τρόπο τη σιτοδεία πού επέρχεται. Έτσι αποφασίζει το έξής: «Πρός πρόληψιν έν τω μέλλοντι σιτοδείας καθιστώ υποχρεωτικήν την σποράν πασών των καλλιεργησίμων γαιών και των πέριξ νησίδων» και ζητεί να δηλώσουν οι κάτοικοι μέσα σε 10 ημέρες την έκταση για σπορά πού διαθέτει ο καθένας τους και ποιές είναι οι ανάγκες τους σε σπόρους. Στέλνει γράμμα στους Δημάρχους του 'Εμπορειού καί Νικιών και τους συνιστά να πάρουν το ίδιο μέτρο. Πηγαίνει στη Ρόδο, παρουσιάζεται στο Γενικό Διοικητή και του ζητά να εγκρίνει την προμήθεια 1000 κουαντιλίων κριθής και σίτου έξ ημισείας», για να μπορέσει να κάμει υποχρεωτική τη σπορά. Σχετική είναι η υπ' αριθ. 7/2/263 της 11/24 'Ιουλίου 1917 αναφορά τον προς αυτόν (έγγραφο άρ. 4). Σ’ αυτή γνωρίζει άτι «εν τω Δήμω Μανδρακίου υπάρχουν γαίαι προς σποράν ιδιωτικαί κατά το κτηματολόγιον χωρητικότητος 4000 κιλών, εις τον 'Εμπορειό 2000 κιλά και εις τα Νικιά 800. Εις τας παρακείμενας νησίδας υπολογίζεται ότι είναι δυνατόν να σπαρθούν 500 και πλέον κιλά». Αναφέρει τί ποσότητες διαθέτουν οι γεωργοί και με το αριθ. 16 /2 της 24/6 Αυγούστου 1917 έγγραφό του προς το Διοικητή των 'Ιταλικών Αρχών Νισύρου (έγγραφο άρ. 5) γνωρίζει την καταγραφή τού υπάρχοντος σπόρου και δηλώνει πώς αν μέσα σ' ένα μήνα δεν χορηγηθούν άλευρα στους γεωργούς, θα καταναλώσουν για τις ανάγκες τους τις ποσότητες σιτηρών σποράς πού έχουν στις αποθήκες τους. Το επισιτιστικό πρόβλημα καθημερινά οξύνεται. Τη δραστηριότητά του τη διαθέτει για την εξοικονόμηση των δύσκολων αυτών περιστάσεων. Πηγαινοέρχεται από τή Ρόδο για να επιτύχει τον εφοδιασμό του νησιού σε άλευρα και άλλα τρόφιμα. Επιβάλλει το δελτίο τροφίμων και επιφορτίζει τα όργανα της Δημαρχίας να κάνουν, στο Ισόγειο τού κτιρίου αυτής, τη διανομή των τροφίμων στους κατόχους των δελτίων. Ευτύχησε τα χρέη αγορανόμου να τα έχει αναθέσει στον Κων. Φιλ. Φιλίππου, άνθρωπο του καθήκοντος, ακέραιο και αυστηρό, που για κανένα δεν έκανε αβαρία, ούτε στον ίδιο τον εαυτό του. Για τις αρετές του αυτές τού έδωσαν το παρατσούκλι Ιαβέρης. Ο Κ. Φιλίππου ήταν επιφορτισμένος με την είσπραξη των φόρων, την επίβλεψη της καθαριότητας, έλεγχε τις τιμές των εμπορευμάτων πού δήλωναν οι έμποροι, αν ήταν σύμφωνες με τις ισχύουσες διατιμήσεις. Αν ή ποσότητα πού προμηθεύτηκε ο αγοραστής ήταν καλοζυγισμένη. `Υποχρέωνε τούς ψαράδες να πωλούν τα ψάρια τους στο Κέντρο τον Μανδρακίου, στον Ποταμό, και επέβλεπε για να επαρκέσουν σε όσο το δυνατό περισσότερους αγοραστές, καθορίζοντας την ανώτατη ποσότητα κατ' άτομο. Αυτός είχε την ευθύνη της διανομής των αλεύρων και του ρυζιού από τις παραλαβές της Δημαρχίας πού επιτύγχανε βάσει του αριθμού κατοίκων της απογραφής. Ήταν μια εποχή πολύ δύσκολη, που απαιτούσε την ομόνοια και συνδρομή όλων των κατοίκων για να ξεπερασθεί. Όμως από τη μια μεριά λίγοι άνθρωποι με ευθύνες, με σκοτούρες, χωρίς καμιά βοήθεια και συμπαράσταση από τους πολλούς, προσπαθούσαν, ίσως παίρνοντας σκληρά μέτρα, και το κατάφερναν, το νησί να μην πεινάσει κι από την άλλη μια ομάδα ανθρώπων, πού δρούσαν στο σκοτάδι, ανώνυμοι, συνέτασσαν και κυκλοφορούσαν βρωμερά κείμενα, τις σάτυρες, πού σαν στόχο είχαν το Δήμαρχο και το περιβάλλον του. Αυτά τα παλιόχαρτα δεν είχαν τη χάρη και το σκωπτικό πνεύμα των διστίχων της Κατερίνας τον Κούλελη, που τα διέσωσε ο Ν. Κουμέντος. Όταν την άνοιξη τον 1917 τορπιλίστηκε το πλοίο «Λίγγουρι», πού μετέφερε τρόφιμα, μεταξύ Αστυπάλαιας και Αντελέουσας, ο Καμμάς δε δίστασε να πάρει σκληρά μέτρα. Μεταξύ αυτών: κατέσχεσε όλα τα αποθέματα σε σιτηρά των νοικοκυραίων. Η υπηρεσία της Δημαρχίας με συνοδεία καραμπινιέρων άνοιξε όλα τα σπίτια, και τ' ακατοίκητα ακόμα, και πήρε τις κουμπάνιες πού ο καθένας είχε για να περάσει ως τη νέα παραγωγή. Μ' αυτό τον τρόπο αντιμετώπισε την έλλειψη εφοδιασμού τον νησιού σε άλευρα λόγω τον ναυαγίου. Κάθε μήνα έδινε στους 'Ιταλούς κατάσταση διανομής δωρεάν αλεύρων στους άπορους, πού τούς αναφέρει ονομαστικά. Το ποσόν κυμαινόταν στα 700 φράγκα. Την ποσότητα την εξοικονομούσε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε έγγραφο προς τις Ιταλικές 'Αρχές (19 / 3/1918): «από την πώλησιν 80 σάκων Ιταλικών αλεύρων και εκ της πωλήσεως των κενών προέκυψε ποσόν 640 φρ. που κάλυψε την δωρεάν διανομή αλεύρων στους πτωχούς και επισυνάπτει κατάλογον των απόρων, σύνολον 763 φρ.». Τούτο ήταν ενδεικτικό της επιθυμίας του: κανένας να μην πεινάσει. Και αυτό το κατόρθωσε. Άλλα νησιά υπέφεραν, όπως ή Κάλυμνος, ακόμα και ή ιδιαίτερη πατρίδα τον, ή Τήλος, με γράμμα ζήτησε τη βοήθειά του και της απάντησε: «σαν Δήμαρχος Νισύρου δεν μπορώ να σας βοηθήσω, υπόσχομαι όμως σαν άτομο, όταν πάω στη Ρόδο, να ενδιαφερθώ να δω τί μπορώ να κάμω σαν έμπορος». 'Απαγορεύει την εξαγωγή ζώων από το νησί. Ζητά άδεια από την 'Ιταλική Διοίκηση να του επιτρέψει να εξαγάγει θειόχωμα στην απέναντι Μικρασιατική Ακτή με αντάλλαγμα την εισαγωγή ζώων. Τότε, με την παρέμβαση του γιατρού Π. Παντελίδη, σαν εκπροσώπου της εταιρίας Παπαδιαμαντοπούλου, προκύπτει θέμα κυριότητας του μεταλλείου θειοχώματος. Η Δημαρχία με το από 27/9/1917 έγγραφο της προς το Διοικητή τού εν Νισύρω Τμήματος Στρατού Κατοχής (έγγραφο αρ. 6) αναφέρει ότι «Η Κοινότης Μανδρακίου νομίζει ότι κέκτηται κατά νόμον αναμφισβήτητον το δικαίωμα Ιδιοκτησίας», και εκθέτει τους λόγους που τη στηρίζει. Οι Ιταλοί τελικά δήλωσαν ότι θεωρούσαν τό μεταλλείο Ιδιοκτησία τον Κράτους. Εκτός τού επισιτιστικού προβλήματος, ο Καμμάς ασχολείται και με άλλα θέματα. Όπως τη συμπλήρωση τού Κτηματολογίου με βάση τά έγγραφα πού είχε ο κάθε κύριος των κτημάτων (αyκλαβές κτλ.). Προσπαθεί να επιτύχει ανέγερση κτιριού για τη στέγαση τού Παρθεναγωγείου. Το υπάρχον χαρακτηρίζει ακατάλληλο καί ανθυγιεινό για τα παιδιά. Με γράμμα του αρ. 21/2 της 27/7/1917 προς το «Γνωμαγόρα» ζητά οικονομική βοήθεια για να οικοδομήσει νέο, στην τοποθεσία Φάμπρικα. Το οικόπεδο, όπως γράφει, το παραχωρεί ή 'Ιταλική Κυβέρνηση. Παρ' ότι αναφέρει πώς είναι έτοιμος να κάμει έναρξη των οικοδομικών εργασιών, οι δυσκολίες των καιρών ματαίωσαν το έργο.

Είχε την ευτυχία να δει πραγματοποιούμενο έναν από τούς σκοπούς του, την ίδρυση ημιγυμνασίου, πού άρχισε να λειτουργεί σαν τριτάξιο από το σχολικό έτος 1918-1919. Στην αντιμετώπιση των δαπανών που απαιτούσε ή λειτουργία, ήρθε βοηθός ο «Γνωμαγόρας» Αμερικής. Με τον τερματισμό τού Α' Παγκόσμιου Πολέμου οι νησιώτες ξεσηκώνονται. Αρχίζουν διαδηλώσεις, συλλαλητήρια με αίτημα την ένωση των νησιών με την Ελλάδα. Με πρωτοβουλία των Μητροπολιτών συντάσσονται ψηφίσματα προς τις Μεγάλες Δυνάμεις και περιφέρονται στα νησιά προς υπογραφή τούς απ' όλους τούς κατοίκους τους. 'Επικεφαλής εκείνων πού μαζεύουν τις υπογραφές ήταν ό κατά τόπους αρχιερατικός επίτροπος. Οι Ιταλοί αντιδρούν, προσπαθούν να βρουν τα ψηφίσματα να τα κατάσχουν και έτσι να τα εμποδίσουν να φθάσουν έγκαιρα στον προορισμό τους. Το ψήφισμα της Νισύρου το έφερε από τη Ρόδο ο Περουλής τού Φραντζή με το καΐκι του, για να το περάσει δε από την έρευνα των Ιταλών το έκρυψε μέσα σ' ένα σακί ρύζι. `Η υπογραφή τον ψηφίσματος έγινε με μεγάλη μυστικότητα. 'Εκείνοι πού μάζευαν τις υπογραφές αγνόησαν τον Καμμά και το πολύ στενό περιβάλλον του. Όταν αργότερα το πληροφορήθηκε, στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, το θεώρησε σαν ύβρη εναντίον του.

Μετά την υπογραφή της συμφωνίας Τιττόνι-Βενιζέλου της 29/7/ 1919, πού ή 'Ιταλία είχε αναλάβει την υποχρέωση να παραχωρήσει στην `Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, εκτός από τη Ρόδο, που θα γινόταν αυτόνομη, μεγάλος ενθουσιασμός επικράτησε στους κατοίκους των νησιών. Άρχισαν να καταρτίζουν επιτροπές για να οργανώσουν την υποδοχή των Ελληνικών Δυνάμεων. Οι Νισύριοι σ' αυτή την ενέργεια αγνοούν παντελώς το Δήμαρχό τους. Συνέρχονται σε Γενική Συνέλευση στις 7/8/1920  και ψηφίζουν τα της υποδοχής. Στην πρώτη της συνεδρίαση της 8/8/1920  η επιτροπή αποφασίζει «να κληθεί ό κ. Γεώρy. Καμμάς και να ζητηθώσι παρ' αυτού χρήματα εκ του Κοινοτικού Ταμείου προς διακόσμησιν τής πόλεως. 'Αφιχθείς ό κ. Γεώρyιος Καμμάς εδέχθη την παραχώρησιν χρήματος». Διαπιστώνουμε πως στα πρακτικά της επιτροπής αναφέρεται το όνομα τον Καμμά χωρίς τον τίτλο του. Ένα ακόμα στοιχείο που μάς δείχνει τις διαθέσεις τού κοινού είναι ή απόφαση πού πάρθηκε στη Γενική Συνέλευση της 13/8/1920 να παραδοθεί το Ταμείο του Δήμου στον Ταμία πού εξέλεξαν εκείνη τε στιγμή, στον Εμμ. Παρθενιάδη (πρόσωπο πού έχαιρε κοινής εμπιστοσύνης). Ύστερα από συζητήσεις μεταξύ 'Επιτροπής και Δημάρχου επήλθε συμφωνία και μετρήθηκαν στον εκλεγμένο ταμία φρ. 13.635,30. Το σύνολο του χρηματικού υπολοίπου τον Δήμου. Εκτός αυτών, που αναφέρονται στο «Πρακτικό της παραδόσεως τον Κοινοτικού Ταμείου προς τον 'Εμμ. Παρθενιάδη της 31/8/1920 (έγγραφο αρ. 7), σημειώνεται ότι «μετά διαφωνίαν επελθούσαν από μηνός μετά της Δημαρχίας και τού λαού όσον αφορά τη διαχείρισιν του Κοινοτικού Ταμείου...» έγινε ή εκλογή νέου ταμία. Όλα αυτά είναι ενδεικτικά των διαθέσεων τού λαού της Νισύρου πού επικρατούσαν εκείνες τις ημέρες. Αφαιρώντας την ταμειακή διαχείριση από το Δήμαρχο, στην ουσία τον καταργούσε προ των εκλογών. Στις 20 Σεπτεμβρίου έγιναν οι Δημοτικές Εκλογές. Σ' αυτές υπήρχαν δύο συνδυασμοί`. Ο ένας υπό τον γιατρό της Κοινότητας Μιλτ. Λογοθέτη και ο άλλος υπό τον Γ. Καμμά. Το αποτέλεσμα ήταν όπως το περίμεναν. Νέος δήμαρχος εξελέγη ο Μιλτ. Λογοθέτης, με ψήφους 160 επί 186 ψηφισάντων. Έτσι σταμάτησε η παρουσiα στα κοινά ενός άξιου καθ όλα δημόσιου άνδρα. Ήταν μεγάλη εύνοια της τύχης για τη Νίσυρο πού την αξίωσε στα δύσκολα εκείνα χρόνια να έχει Δήμαρχο έναν άνθρωπο με μεγάλες Ικανότητες και αρετές. Καθαρό μυαλό, εργατικός, προικισμένος με διοικητικά προσόντα. Γνώριζε πολύ καλά πως το «διοικείν» θα πει «προβλέπειν» και το εφάρμοσε με επιτυχία για την αντιμετώπιση τού επισιτιστικού προβλήματος. Στην εκτέλεση του καθήκοντος δεν έκανε κανένα συμβιβασμό, μάλλον μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν άνθρωπος μονοκόμματος. 'Από το ιστορικό της ζωής του προβάλλει μια μορφή ανθρώπου με ανησυχίες και φιλοδοξίες. Η θητεία του στα κοινά απέδειξε πώς και τα δύο αυτά προτερήματα τον βοήθησαν στο έργο του. Τον διέκρινε άρτια βούληση, έπαιρνε τις αποφάσεις του και χάρασσε την αμετάθετη γραμμή των ενεργειών εκείνων πού απαιτούσε το γενικό συμφέρον. Για πρώτη φορά επί της εποχής του οργανώθηκαν και λειτούργησαν καλά οι υπηρεσίες της Δημαρχίας. Από τότε άρχισε να κρατείται συστηματικό αρχείο στο Δήμο. Στην πραγματικότητα επί Καμμά άρχισε ο σωστός καταρτισμός τον Κτηματολογίου, ζήτησε επιβεβαίωση των όσων περιείχε το παλιό, ή Μάνα, πού φυλασσόταν στην Σπηλιανή και γι' αυτήν κατά καιρούς πολλά είχαν ακουσθεί για σβησίματα και νοθείες. Έγινε μια σωστή αρχή και το έργο ολοκληρώθηκε επί Δημαρχίας 'Εμμ. Κατσιματίδη. Ο τελευταίος εκπλήρωσε και το όνειρο του της κατασκευής ιδιόκτητου Δημαρχιακού Μεγάρου.

Τα επίσημα κείμενα αποδεικνύουν πώς ο Καμμάς πάντοτε με επιμονή και θάρρος υπερασπίστηκε τα συμφέροντα και τα κεκτημένα δικαιώματα τον νησιού έναντι των 'Ιταλών. Στις ενέργειες του αυτές δεν υστέρησε και στο ελάχιστο των προκατόχων τον. Ο τρόπος, πού από τις περιστάσεις ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει στην ενάσκηση των καθηκόντων τον χωρίς να λογαριάζει τα ατομικά των άλλων συμφέροντα (όπως είναι ή κατάσχεση των σιτηρών), τα αυστηρά μέτρα πού πήρε για την είσπραξη των φόρων, την πάταξη της φοροδιαφυγής, τον έλεγχο για την πιστή τήρηση των διατιμήσεων, τα προβλήματα και τα μικροπαράπονα που ήταν φυσικό να δημιουργούνται από τη διανομή των τροφίμων, ή φυσιολογική φθορά τον Δημοτικού Συμβουλίου, λόγω τετραετούς διαχειρίσεως των κοινών, όλα αυτά ήταν ένα πρόσφορο έδαφος για να δημιουργηθεί μια ομάδα κατηγόρων τον έργου τον Δημάρχου. Η πολιτική της δεν είχε το θάρρος της παρρησίας.

Αναφέραμε τις σάτιρες. Τώρα θα πούμε λίγα για την αχαλίνωτη δημαγωγία της εποχής εκείνης. Ανέκαθεν στη Νίσυρο το καφενείο αποτελούσε και αποτελεί μια διαρκώς συνεδριάζουσα 'Εκκλησία τον Δήμου. 'Η δύναμή τον πολλές φορές στάθηκε καταλυτική. 'Εκεί ακούονται τα πιο απίθανα πράγματα, τις περισσότερες φορές κυριαρχεί από την επόμενη των εκλογών ο αντιπολιτευτικός μονόλογος. Την εποχή τον Καμμά το ψέμα, οι φαντασιώσεις είχαν ξεπεράσει κάθε μέτρο. Έτσι, μέρα με τη μέρα, δημιουργούνταν ένα πνεύμα γενικής κατακραυγής εναντίον τον. Μία μέρα ευφορίας τους, οι κατήγοροι του παίρνουν την απόφαση να πάνε αμέσως στη Δημαρχία και να ζητήσουν από το Δήμαρχο να τους δώσει αναφορά για τη διαχείριση των χρημάτων τον Δήμου. Ξεκινάνε από το καφενείο καμιά τριανταριά άτομα, με επικεφαλής τον έμπορο Φίλιππο Ί. Φιλίππου και πάνε στη Δημαρχία. Κάθονται στον προθάλαμο τον γραφείου τον Δημάρχου. Βγαίνει ο Καμμάς και παίρνει θέση απέναντι τους και τούς λέει : Κύριοι, σε τι οφείλω την τιμή της επισκέψεώς σας; Τσιμουδιά. Επαναλαμβάνει την ερώτηση άλλες δύο φορές. Τότε λέει κάποιος Φίλιππε, πέστα εσύ». Καi ο Φίλιππος, πού είχε φροντίσει να σταθεί σχεδόν αθέατος πίσω από όλους, είπε: «ας τα πει άλλος πού είναι πιο μπροστά». Κανένας δε μίλησε. Φύγανε με το κεφάλι κάτω. Η έλλειψη ανδρισμού που χαρακτήριζε τη στάση των κατηγόρων τον, ή αχαλίνωτη δημαγωγία, τα υπονοούμενα για διαχειριστικές ανωμαλίες, ή αμφιβολία πού έδειχναν για τις εθνικές τον πεποιθήσεις, πρέπει να επέδρασαν πάνω στο χαρακτήρα του. Τον έκαμαν να κλεισθεί περισσότερο στον εαυτό τον. Χαλύβδωναν όμως τη θέλησή του να πολεμήσει μέχρις εσχάτων. Αυτό ήταν κάτι πού τον είχε γίνει βίωμα από τη συμμετοχή στους Ελληνικούς πολέμους. Έτσι, αν και γνώριζε τί τον περίμενε αν κατέβαινε σαν υποψήφιος στις Δημαρχιακές εκλογές, έβαλε υποψηφιότητα. Ήταν και αυτό ένα δείγμα της ανδρείας και του θάρρους πού ποτέ δεν τον απέλειπε. 0ι διάδοχοί του υποχρεώθηκαν κάποτε να κοινοποιήσουν το πόρισμα του ελέγχου της διαχειρίσεως Καμμά. Ήταν ένας καταπέλτης στους συκοφάντες του. Όμως το μεγάλο κακό είχε ήδη συντελεσθεί. 0 πολεμιστής είχε πια καμφθεί.

Οι πικρίες, τα ψυχικά τραύματα πού μ' απλοχεριά του έδωσε ο τόπος πού τόσο τίμια και σωτήρια υπηρέτησε, καθώς και οι κακουχίες των πολέμων τον λύγισαν. Κι έτσι ύστερα από εγχείρηση πέθανε στον «Ευαγγελισμό» στην Αθήνα, στις 31/8/1922.